6945621804 Μαιζώνος 124, Πάτρα, Αχαΐας alinanikoskikina60@gmail.com

Ομιλία Αλίνα Γκυντίλλου

Ομιλία Αλίνα Γκυντίλλου

ονομάζομαι Αλίνα Γκυντίλλου, είμαι οικονομική σύμβουλος και τα τελευταία 5 χρόνια ασχολούμαι αποκλειστικά με τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών. Παράλληλα με τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης που παραδίδω στους πελάτες μου, ασκώ κοινωνικό έργο, ολοκληρώνοντας εντελώς αφιλοκερδώς συμβάσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού και προσφέροντάς τες με πολλή αγάπη σε ανθρώπους  σε όλη την Ελλάδα.

Σημειωτέον κατ’ αρχάς ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών (νόμος 4738/2020) δεν αποτελεί πλέον ένα απλό τεχνικό εργαλείο, αλλά ανάγεται σε βασικό πυλώνα οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας για την Ελλάδα. Η σημασία του για την διαχείριση του ιδιωτικού χρέους είναι θεμελιώδης και η λειτουργία του πραγματοποιείται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα, τον Ιανουάριο του 2026 ρυθμίστηκαν στο πλαίσιό του οφειλές ύψους 770 εκατομμυρίων ευρώ, γεγονός το οποίο ακούγεται αναμφίβολα ελπιδοφόρο και δελεαστικό. Ωστόσο – και παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που επήλθαν πέρυσι στον αλγόριθμο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών δυνάμει του νόμου 5193/2025 και την γενικότερη αυτοματοποίηση των τελευταίων ετών – η πραγματικότητα της αγοράς αναδεικνύει ευρύ πεδίο για περαιτέρω δυνατές βελτιώσεις και ουσιαστικές τροποποιήσεις επί του συγκεκριμένου μηχανισμού με σκοπό την αποδοτικότερη λειτουργία του.

Από πλευράς μου λειτουργώ ως ο τελευταίος τροχός διασύνδεσης του οφειλέτη με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, την λύση στο φλέγον πρόβλημά του, καθώς του παραδίδω τη σύμβαση αναδιάρθρωσης που προκύπτει στο τέλος της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ήτοι την σύμβαση αναδιάρθρωσης, θα ήθελα αγαπητοί φίλοι να σας εφιστήσω ιδιαίτερα την προσοχή.

Στις δανειακές οφειλές με εμπράγματη ασφάλεια, το τελικό αποτέλεσμα καθορίζουν οι πιστωτές, καθώς έχουν το δικαίωμα να απορρίψουν την πρόταση που δημιουργείται αυτόματα από τον αλγόριθμο και να επιβάλλουν την δική τους. Αυτή η αντιπρότασή τους δεν περιλαμβάνει καμία μείωση, ούτε διαγραφή ποσού έστω 0,50 ευρώ, ούτε καν των καταχρηστικών τόκων (οι οποίοι χρήζουν δικής τους διημερίδα ενημέρωσης, συνεπώς δεν θα επεκταθώ σ’αυτό το σημείο). Επιπλέον, δεν παρέχουν στον οφειλέτη το μέγιστο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα αποπληρωμής: ενώ η αρχική πρόταση προβλέπει την ολοκλήρωση της αποπληρωμής εντός 35 ετών, οι πιστωτές την επιβάλλουν εντός 26 ή 28 ετών. Σε πλήρη αντίθεση προς τον αλγόριθμο, ο οποίος είναι προγραμματισμένος να προτάσσει για κάθε οφειλέτη την κατάλληλη μηνιαία δόση βάσει των δικών του κριτηρίων βιωσιμότητας, υπολογίζοντας τι πραγματικά δύναται να καταβάλλει κάθε μήνα δεδομένου του εισοδήματός του, η αντιπρόταση των πιστωτών στις περιπτώσεις – ήδη εξασφαλισμένων με εμπράγματη ασφάλεια! – δανειακών οφειλών είναι άκρως καταχρηστική, αποστερώντας από τους οφειλέτες την μέγιστη διάρκεια αποπληρωμής και οποιαδήποτε μείωση του οφειλόμενου ποσού.

Από όλα τα παραπάνω και την προσωπική μου εμπειρία, από το πλήθος αιτήσεων εξωδικαστικού μηχανισμού που έχω ολοκληρώσει, συνάγεται η ανάγκη εξασφάλισης της δίκαιης αξιολόγησης του οφειλέτη κατά την ημέρα της ψηφοφορίας επί της αίτησής του. Επομένως, η επιτήρηση και ο έλεγχος των τραπεζών – servicers, ώστε η αντιπρότασή τους να ανταποκρίνεται πραγματικά στις οικονομικές δυνατότητες του εκάστοτε οφειλέτη, αποτελεί τη σημαντικότερη παρέμβαση στη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού και χρειάζεται να εφαρμοστεί άμεσα. Δεν έχει νόημα να εμφανίζονται στις στατιστικές έρευνες τρέχουσες αιτήσεις του εξωδικαστικού και να παραπληροφορείται η κοινή γνώμη ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός σώζει και ανακουφίζει τις ελληνικές οικογένειες από τα κόκκινα δάνεια, τη στιγμή που ο οφειλέτης βρίσκεται μπροστά σ’ένα αδιέξοδο: να πατήσει αποδοχή σε μια σύμβαση που γνωρίζει ότι δεν βρίσκεται σε θέση να τηρήσει, γιατί δεν ανταποκρίνεται στα δικά του κριτήρια βιωσιμότητας, ούτε στο εισόδημά του, ούτε στην ακίνητη περιουσία του. Αναπόφευκτα η σύμβαση αυτή θα εγκαταλειφθεί εντός δύο μηνών και το ιδιωτικό χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται. Φανταστείτε μάλιστα την αναστάτωση που θα επικρατούσε στην κοινή γνώμη, αν παραθέταμε αφενός την καταχρηστική αντιπρόταση των πιστωτών, η οποία δεν εμπεριέχει καθόλου ποσό διαγραφής, αφετέρου την δίκαιη και αξιοκρατική πρόταση του αλγορίθμου, η οποία βασίζεται στα πραγματικά κριτήρια βιωσιμότητας του οφειλέτη.

Ένα ακόμη αγκάθι κατά την λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών είναι η απόρριψη της πρότασης του αλγόριθμου από τους πιστωτές χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Για την αντιμετώπισή του προτείνω την άμεση θεσμοθέτηση υποχρέωσης των πιστωτών να αιτιολογούν ειδικά και τεκμηριωμένα κάθε απόρριψη της πρότασης του αλγόριθμου από μέρους τους. Ο οφειλέτης χρειάζεται να γνωρίζει αν δεν πληρεί κάποιο κριτήριο η αίτησή του π.χ. αναφορικά με το εισόδημά του ή την ακίνητη περιουσία του. Η λήψη του συγκεκριμένου μέτρου θα μείωνε ραγδαία τις αυθαίρετες απορρίψεις, ενισχύοντας συνακόλουθα την εμπιστοσύνη του πολίτη στο σύστημα ρύθμισης οφειλών και στο κράτος συνολικά.

Επειδή όσα εκθέτονται εδώ στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, θα σας παρουσιάσω δύο συμβάσεις αναδιάρθρωσης που προέκυψαν πραγματικά από τη διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού και αποτελούν ενδεικτικό παράδειγμα για το μεγαλύτερο μέρος των απλών οφειλετών στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα. Ας εξετάσουμε αρχικά μια άντληση οφειλής ύψους 240.000 ευρώ από την doVALUE. Η φορολογική εικόνα του αιτούντος αποτυπώνει ετήσιο εισόδημα ύψους 72,79 ευρώ, εν τοις πράγμασι μηδενικό. Η σύζυγος – συνοφειλέτρια έχει ετήσιο εισόδημα ύψους 15.017 ευρώ. Πριν από πολλά χρόνια είχαν πάρει ένα στεγαστικό δάνειο από κοινού για να ξεκινήσουν τη ζωή τους. Η αντικειμενική αξία του σπιτιού που πήραν ανέρχεται σε 98.000 ευρώ, άρα στον καθένα αντιστοιχεί οφειλή ύψους περίπου 50.000 ευρώ. Η προσημείωση της doVALUE επί του ακινήτου ανέρχεται σε 195.000 ευρώ. Υπέβαλαν αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, με σωστή μηχανογραφική υλοποίηση ελέγχου των οφειλών και προέκυψε μια σύμβαση αναδιάρθρωσης. Είναι επιλέξιμοι με βάση τα εσωτερικά κριτήρια επιλεξιμότητας της αίτησης του εξωδικαστικού μηχανισμού, πράγμα που σημαίνει ότι τεκμαίρεται η συναίνεση του πιστωτή, δηλαδή δεν έχει δικαίωμα απόρριψης εν προκειμένω.

Ωστόσο, όταν πρόκειται για δανειακές οφειλές με εμπράγματη ασφάλεια, ο πιστωτής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την πρόταση του αλγορίθμου και να θέσει την δική του καταχρηστική αντιπρόταση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αντιπρόταση της doVALUE δεν είχε ούτε το ελάχιστο ποσό διαγραφής των πενήντα λεπτών από τους τόκους και όριζε ως χρονικό διάστημα αποπληρωμής τα 26 έτη, ενώ υπήρχε η δυνατότητα να φτάσει τα 35. Επιπλέον, καθορίστηκε για τα πρώτα τρία χρόνια μηνιαία δόση ύψους 1.113 ευρώ, μετά την πάροδο των οποίων αυτή θα αυξανόταν σε 1.300 ευρώ. Δηλαδή, ο άνθρωπος αυτός, αν ζήσει αυτά τα 26 χρόνια, θα έχει αποπληρώσει 400.000 ευρώ. Επιπλέον, τα τελικά δοσολόγια αυτών των πιστωτών – funds συμπεριλαμβάνουν επιπλέον τόκους και ασφαλίσεις στο ποσό που προβλέπεται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, με αποτέλεσμα η τελική δόση να είναι αυξημένη κατά 70-80 ευρώ. Αυτό το παράδειγμα μηδενικής μείωσης καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος και την άμεση ανάγκη διαφάνειας κατά την ημέρα της ψηφοφορίας και ελέγχου επί των πιστωτών – funds, ώστε να αξιολογούν δίκαια τον εκάστοτε οφειλέτη, σύμφωνα με τις δικές του οικονομικές δυνατότητες.

Ας εξετάσουμε ένα ακόμα παράδειγμα μιας παρόμοιας οικογένειας. Ο αιτών έχει μια οφειλή προς ρύθμιση ύψους 134.000 ευρώ με πιστωτή την CEPAL. Τα φορολογικά του στοιχεία περιλαμβάνουν ένα σπίτι από κοινού με τη σύζυγο, αγοραστικής αξίας 100.000 ευρώ, επομένως αντιστοιχούν 50.000 ευρώ για τον καθένα. Το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται σε 14.000 ευρώ ενώ της συζύγου – συνοφειλέτριας σε 2.5000 ευρώ. Είναι επιλέξιμοι στην εσωτερική καρτέλα επιλεξιμότητας του εξωδικαστικού μηχανισμού, άρα τεκμαίρεται γι’ αυτούς η συναίνεση του πιστωτή. Κατά την πάγια τακτική των πιστωτών κάθε φορά που υπάρχει δανειακή οφειλή με εμπράγματη εξασφάλιση, η CEPAL προβάλλει μια καταχρηστική αντιπρόταση, χωρίς ούτε 1 ευρώ ποσό διαγραφής. Τουλάχιστον όμως εδώ θέτει ως χρονικό διάστημα αποπληρωμής τα 35 χρόνια και η δόση, χωρίς καμία διαγραφή, διαμορφώνεται από μέρους στα 549 ευρώ. Ωστόσο, στο τελικό δοσολόγιο που λαμβάνει ο αιτών, συμπεριλαμβάνονται και πάλι επιπλέον ασφάλιστρα, ακόμη και έξοδα δικαστικών επιμελητών, από επιδόσεις παλαιότερων διαταγών πληρωμής. Έτσι, από την αρχική δόση ύψους 549 ευρώ, το τελικό ποσό που πρέπει να καταβάλλει ο αιτών αγγίζει τα 750 ευρώ. Μάλιστα, έχω υποβάλλει αίτημα στον συγκεκριμένο πιστωτή ώστε να διευκρινήσει ακριβώς τι είναι αυτά τα παραπάνω χρήματα.

Ας αναλογιστούμε σ’αυτό το σημείο ότι η πολιτεία και ο νομοθέτης είχαν προβλέψει την δυνατότητα ίδρυσης αυτών των ανώνυμων εταιρειών διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (funds) με απώτερο σκοπό ακριβώς την παροχή διεξόδου στο πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων δανείων. Τα funds θα ήταν σε θέση να παρέχουν καλύτερες προτάσεις στους οφειλέτες απ’ αυτές των αρχικών πιστωτριών τραπεζών, καθώς αγόραζαν την αντίστοιχη απαίτηση σε μικρότερη τιμή από την ονομαστική αξία της, καθιστώντας κερδοφόρες γι’αυτά προτάσεις που ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν θα μπορούσε να θέσει χωρίς ζημία. Έτσι, ο οφειλέτης θα έμπαινε πολύ πιο εύκολα σε μια ρύθμιση με ευνοϊκότερους όρους γι’αυτόν.

Στην πράξη όμως, ελάχιστα διαφοροποιήθηκε η αντιμετώπιση του οφειλέτη σήμερα από τις διαχειρίστριες εταιρείες, οι οποίες δεν διευκολύνουν καθόλου τις ρυθμίσεις των οφειλών είτε εντός της πλατφόρμας είτε και εκτός αυτής, με διμερείς δηλαδή συμφωνίες. Αντιθέτως, πρωταρχικό μέλημά τους είναι η κερδοφορία των Ιρλανδικών παραρτημάτων τους, μέσω της οριζόντιας αντιμετώπισης όλων των οφειλετών, που πολλές φορές τους απειλούν με αναγκαστική εκτέλεση αν δεν τους καταβάλλουν ποσά υπέρογκα για τον μέσο άνθρωπο και μάλιστα άμεσα. Άλλες φορές πάλι προβαίνουν σε αντιπροτάσεις πιστωτών μέσω της πλατφόρμας με υπέρογκες δόσεις κάθε μήνα. Και δυστυχώς, αυτά τα funds έχουν διεισδύσει στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, που έχει κρατικό χαρακτήρα.

Καθίσταται συνεπώς ολοφάνερη και αδήριτη η ανάγκη άμεσης παρέμβασης του κράτους, είτε επιβάλλοντας έλεγχο στους πιστωτές για την διασφάλιση της δίκαιης ψηφοφορίας για κάθε οφειλέτη, είτε τουλάχιστον προσδιορίζοντας σε ποσοστό 10% το ανώτατο όριο θεμιτής απόκκλισης της αντιπρότασής τους από την πρόταση του αλγορίθμου του εξωδικαστικού μηχανισμού. Ιδανικά, βέβαια, θα απαγόρευε την απόρριψη της τελευταίας.

Μια άλλη σημαντική πτυχή του εξωδικαστικού μηχανισμού αφορά την ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο. Εδώ ανακύπτει μια μεγάλη αδικία. Όταν ένας αιτών με οφειλές προς ρύθμιση τόσο προς ιδιώτες όσο και προς το Δημόσιο, π.χ. ένα δάνειο, μια οφειλή προς την εφορία και μια προς ΕΦΚΑ, αναγκαστεί να εγκαταλείψει την σύμβαση αναδιάρθρωσης που προκύπτει γι’αυτόν βάσει της καταχρηστικής, με μηδενική μείωση, αντιπρότασης του πιστωτή, που προβλέπει μια υπέρογκη, μη βιώσιμη μηνιαία δόση, τότε στερείται της δυνατότητας ρύθμισης των οφειλών του προς το Δημόσιο σε τυχόν επόμενη αίτησή του. Αυτή η αδυναμία ρύθμισης, ως κύρωση που του επιβάλλει το κράτος, συνεπάγεται σωρεία δυσμενών αποτελεσμάτων για τον οφειλέτη: αναγκαστικά μέτρα εκτέλεσης, κατασχεμένους τραπεζικούς λογαριασμούς και ποινικά δικαστήρια σε βάρος του. Έτσι, ο εξωδικαστικός μηχανισμός παύει να αποτελεί ένα εργαλείο που παρέχει λύση στα προβλήματά του. Κατά συνέπεια, χρειάζεται διαχωρισμός της ρύθμισης του χρέους προς το Δημόσιο από  τις οφειλές προς πιστωτές όπως τράπεζες – servicers – funds.

Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα αποτελούν οι οφειλές λόγω συνυπευθυνότητας, δηλαδή αυτές που απορρέουν από την ευθύνη ενός προσώπου ως διαχειριστή ή ομόρρυθμου εταίρου σε μια εταιρεία που πλέον δεν υφίσταται και γι’αυτό τα αναγκαστικά μέτρα εκτέλεσης (π.χ. κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών, ποινικά δικαστήρια) στρέφονται σε βάρος του. Για την ρύθμιση των οφειλών συνυπευθυνότητας μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, πρέπει να προηγηθούν κάποιες ενέργειες από τους υπαλλήλους της εφορίας, της Ε.Μ.ΕΙΣ. (Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης) και της ίδιας της πλατφόρμας του εξωδικαστικού μηχανισμού. Δυστυχώς, παρατηρείται υπέρμετρη καθυστέρηση στη διασύνδεση των οφειλών πρώην νομικών προσώπων με τους αιτούντες στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού. Σε πολλές περιπτώσεις που έχω αντιμετωπίσει, οι ενέργειες αυτές καθυστερούν τόσο, ώστε η αίτηση των πελατών μου δεν μπορεί να ολοκληρωθεί γρήγορα και δεν μπορούν να μπουν σε ρύθμιση. Περαιτέρω προβλήματα παρουσιάζονται όταν υπάρχουν ήδη αναγκαστικά μέτρα εκτέλεσης ή ποινικές διώξεις κατά του οφειλέτη. Αυτή η καθυστέρηση σημαίνει ότι η αίτηση του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών δεν δρα ως άμεση λύση απέναντί τους.

Όσον αφορά τις πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης, για να θεωρούνται ολοκληρωμένες, πρέπει πρώτα οι φορείς του Δημοσίου να ολοκληρώσουν μηχανογραφικά τις ενέργειες σε μια αίτηση, δηλαδή να πατήσουν αποδοχή. Όμως, οι εν λόγω φορείς και ιδίως η ΑΑΔΕ αργούν πάρα πολύ να ολοκληρώσουν τις απαιτούμενες αυτές ενέργειες, με αποτέλεσμα να σωρρεύονται υψηλές οφειλές εκτός ρύθμισης και ο οφειλέτης να επιβαρύνεται με υπέρογκες πάγιες δόσεις. Αυτό συμβαίνει επειδή ο νόμος ορίζει ότι για να διατηρηθεί μια σύμβαση του εξωδικαστικού, δεν πρέπει να υπάρχουν τρέχουσες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο να μειωθεί ο χρόνος στον οποίο το Δημόσιο οφείλει να ολοκληρώσει μηχανογραφικά τις ενέργειες μιας αίτησης, επί της οποίας ο οφειλέτης έχει ήδη αποδεχθεί την σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Σκόπιμο θα ήταν επιπλέον να προβλέπεται μια περίοδος χάριτος, σε περίπτωση απώλειας μία ή δύο δόσεων, για συνεπείς οφειλέτες. Δεν χρειάζεται να ακυρωθεί η σύμβαση και να εκκινήσει ξανά όλη η διαδικασία για έναν οφειλέτη, που τηρούσε το δοσολόγιό του, αν πάθει ένα ατύχημα. Η συνέπεια πρέπει να επιβραβεύεται και μάλιστα έμπρακτα: μια επιπλέον διαγραφή, είτε  στη βασική οφειλή είτε στους τόκους, όταν ο οφειλέτης αποπληρώσει το 50% της οφειλής του, θα δρούσε ως ένα εξαιρετικό κίνητρο.

Συμπερασματικά και με βάση την εμπειρία μου από εκατοντάδες αιτήσεις που ολοκληρώνω καθημερινά, ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών δεν πρέπει να είναι μια στεγνή μαθηματική φόρμουλα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Δεν πρέπει να λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά ως ασπίδα για τους οφειλέτες. Η αναπροσαρμογή των κριτηρίων και οι βελτιώσεις που πρότεινα δεν είναι προνόμιο. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης και στήριξης της ελληνικής οικογένειας. Το ελληνικό κράτος, αν τροποποιήσει πιο δίκαια τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, ώστε να δρα περισσότερο υπέρ των οφειλετών αντί υπέρ των πιστωτών, όπως δυστυχώς τάσσεται σήμερα όσον αφορά τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, θα συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων και της αξιοπρέπειας των φυσικών προσώπων.

Γιατί η αξιοπρέπεια είναι το βασικότερο αγαθό, το οποίο στερείται πλήθος οφειλετών. Καθημερινά έρχονται στο γραφείο μου άνθρωποι με δάκρυα στα μάτια, με κρίσεις πανικού και κατάθλιψη, ακόμα και στα πρόθυρα αυτοκτονίας, και δεν υπάρχει κανένας κρατικός μηχανισμός για να τους παρέχει στήριξη, καθώς τις περισσότερες φορές είναι θύματα ψυχολογικής κακοποίησης λόγω της πολιορκίας που δέχονται από τα funds. Συνεπώς, το κράτος οφείλει να δημιουργήσει μηχανισμό ψυχολογικής στήριξης για τους οφειλέτες και να βελτιώσει άμεσα την λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού με νομοθετικές παρεμβάσεις, επειδή μόνο έτσι θα συμβάλλει αποτελεσματικά στη μείωση του ιδιωτικού χρέους.

Εύχομαι όσα προτείνω, όπως προκύπτουν από την εμπειρία μου, να εισακουστούν από ανώτερα στελέχη και να σταματήσω να βλέπω ανθρώπους να έρχονται στο γραφείο μου, απελπισμένοι, με το φόβο να χάσουν την ακίνητη περιουσία τους.

Πίσω